καταδακρύω

καταδακρύω
καταδακρύω (Α)
1. κλαίω πικρά («ταῡτα λέγων κατεδάκρυσε τὴν ἑαυτοῡ τύχην», Ξεν.)
2. κάνω κάποιον να δακρύσει, συγκινώ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καταδακρύω — καταδακρύ̱ω , καταδακρύω bewail pres subj act 1st sg καταδακρύ̱ω , καταδακρύω bewail pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδακρῦσαι — καταδακρύω bewail aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεδάκρυον — κατεδάκρῡον , καταδακρύω bewail imperf ind act 3rd pl κατεδάκρῡον , καταδακρύω bewail imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδακρύσας — καταδακρύ̱σᾱς , καταδακρύω bewail aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδακρύσασα — καταδακρύ̱σᾱσα , καταδακρύω bewail aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδακρύσειαν — καταδακρύ̱σειαν , καταδακρύω bewail aor opt act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδακρύσειε — καταδακρύ̱σειε , καταδακρύω bewail aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδακρύσητε — καταδακρύ̱σητε , καταδακρύω bewail aor subj act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεδακρύσαμεν — κατεδακρύ̱σαμεν , καταδακρύω bewail aor ind act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεδάκρυε — κατεδάκρῡε , καταδακρύω bewail imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”